ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ 👉👉 Ο συνοδός πλουσίων γυναικών Στάθης Αλεξίου για την καραντίνα “Μου ζητούν να την σπάσω”

«Δεν είχε προκαλέσει τίποτα και πότε καμάρι μου. Ήρθε και μου το πηρέ μέσα από την πόρτα του σπιτιού μου και μου τον σκότωσαν. Τι του έφταιγε του αλήτη; Ποιος ήταν ο δήμιος του παιδιού μου; Ποιος είναι αυτός που αφαιρεί τη ζωή του αλλού; Με ποιο δικαίωμα; Με καταστρέψανε. Τουλάχιστον να βγει η αλήθεια» αναφέρει συγκλονισμένη η μητέρα του άτυχου νέου. Το απόγευμα της 21ης Νοέμβριου ο κατηγορούμενος, όπως λέει η μητέρα του θύματος, πήγε στο σπίτι τους καθώς είχε αφήσει στον Γρηγόρη την μοτοσικλέτα του για επισκευή. Κι όπως αποκαλύπτει η ίδια οπλοφορούσε.

«Του έδωσε ένα μηχανάκι να φτιάξει για 100 ευρώ. Του το έφερε το πρωί και το απόγευμα ήρθε να το πάρει. Του το είχε φτιάξει το παιδί. Πήγε και στο συνεργείο που εργαζόταν παλιά και πήρε τα ανταλλακτικά και του λέει ‘Γρηγόρη ποιανού είναι η μηχανή; Μην μπερδεύεσαι καμάρι μου δεν είναι καλός άνθρωπος’. Μπήκε στην κάτω πόρτα και μου λέει ‘ξέρετε ποιος είμαι εγώ;’ Του λέω ‘θα έπρεπε;’. Δεν ξέρω, είχε πιει ουσίες; Τα μάτια του ήταν άσπρα και πετάγανε φωτιές. Προσπαθούσε να πάρει τον Γρήγορη με το μηχανάκι. Ευτυχώς ήρθαν οι φίλοι του όπως κάθε μέρα. Δεν τον άφηναν πότε μόνο του και ήμουν ξέγνοιαστη ότι δεν θα πέσει με τη μηχανή. Που μου πήρε το παιδί από κοντά μου μια για πάντα. Όπως ανέβαινε την σκάλα είδα το όπλο στην τσέπη από πίσω. Τα έχασα. Είπα τι άτομο είναι αυτό;» αναφέρει η ίδια.

Και συνεχίζει:

“Αυτός το περίμενε στη στροφή το παιδί. Πήδηξε στη μηχανή και το πήρε και έφυγε. Τα παιδάκια τρέχανε μαζί του, πήραν το μηχανάκι του Γρήγορη και ακολούθησαν. Αυτός έτρεχε πολύ. Ήταν εκτός εαυτού. Πλησιάζουν είχε πετάξει το μηχανάκι για να το δείξει ότι είναι τροχαίο. Του είχε πει ο Γρήγορης «πώς οδηγείς έτσι;» και εκεί έγινε. ‘Θα μου πεις εμένα που έχω τις καλύτερες μηχανές’. Τα άλλα είχαν κατεβεί από το μηχανάκι και κοιτάγανε το όπλο που το είχε κολλήσει στο κρόταφο και του είπε ‘θα σε σκοτώσω ρε… ‘ και ο δικός μου του είπε ‘αν έχεις… καν’ το’. Αυτό ήταν. Πέταξε το όπλο και είχε σουγιά και το τρύπησε το παιδί σε τρεις μεριές. Αιμορραγούσε ακατάσχετα και το πέταξε στο ποτάμι. Τους είπε ‘οποίος το πειράξει…’ έκατσε μισή ώρα εκεί. Τα δυο 18χρονα που ήταν εκεί τρομάξανε πολύ. Δεν τα παρεξηγώ που δεν μου τον έσωσαν. Δεν έφταιγαν αυτά. Τον πέταξαν και έφυγε. Τα παιδάκια αυτά έκατσαν να βοηθήσουν τον Γρηγόρη». Κόβει την ανάσα η περιγραφή της μητέρας από τις τελευταίες στιγμές μαζί με τον γιο της μέσα στο πολυδύναμο ιατρείο του νησιού. «Πάω κοντά ένα παιδί βουτηγμένο στα αίματα. Να κρυώνει, να τρέμει, να σπαράζει. Έφευγε εκείνη την ώρα. Του λέω «είμαι η μανούλα Γρηγόρη». Μου κούνησε το κεφάλι δεν άνοιξε τα μάτια. «Αγάπη μου του λέω γιατί έγινε αυτό;». Μετά από λίγο η αιμορραγία ήταν ακατάσχετη. Πάμε να τον βάλουμε στο ασθενοφόρο. «Έσβησε»… μου έφυγε από κοντά μου κορίτσι μου».