Βρυξελλες,
του Θάνου Αθανασίου

H Koμισιόν ζητά από την Άγκυρα να τερματίσει άμεσα το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης που έχει επιβληθεί στη χώρα από μετά την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, εκφράζοντας ανησυχία για την κατάσταση του Κράτους Δικαίου, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα στη χώρα αυτή, στο αναλυτικό κείμενο της έκθεσης προόδου που συνέταξε για την ενταξιακή της πορεία.

Η Κομισιόν σημειώνει ότι «η ΕΕ, η οποία καταδικάζει αμέσως το απόπειρα πραξικοπήματος, επανέλαβε την πλήρη υποστήριξή της στους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας και αναγνώρισε τη νόμιμη ανάγκη της Τουρκίας να αναλάβει άμεση και αναλογική δράση ενάντια σε μια τόσο σοβαρή απειλή», ωστόσο, «η ευρεία κλίμακα και ο συλλογικός χαρακτήρας και η δυσαναλογία των μέτρων που ελήφθησαν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος κατά την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως οι εκτεταμένες απολύσεις, οι συλλήψεις και οι κρατήσεις, εξακολουθούν να εγείρουν σοβαρές ανησυχίες. Η Τουρκία πρέπει να άρει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης χωρίς καθυστέρηση», ξεκαθαρίζει η Κομισιόν.

Σημειώνει δε ότι «τα διατάγματα έκτακτης ανάγκης», που έχουν εκδοθεί στη βάση της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης «έχουν περιορίσει σημαντικά ορισμένα αστικά και πολιτικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας έκφρασης, της ελευθερίας του συνέρχεσθαι και των διαδικαστικών δικαιωμάτων». Σημειώνει δε ότι «επίσης, τροποποίησαν τα βασικά νομοθετήματα, τα οποία θα εξακολουθήσουν να ισχύουν όταν αρθεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης».

Η Κομισιόν καταγράφει στη έκθεση προόδου ότι από την εισαγωγή της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, περισσότεροι από 150.000 άνθρωποι συνελήφθησαν και απολύθηκαν περισσότεροι από 110.000 δημόσιοι υπάλληλοι ενώ, σύμφωνα με τις αρχές, περίπου μόνο 40.000 αποκαταστάθηκαν εκ των οποίων περίπου 3.600 με διάταγμα.

Σε ότι, αφορά δε τη διαδικασία «προσφυγών» που εισήγαγε η Τουρκία για την αποζημίωση όσων διώχθηκαν άδικα, σημειώνει ότι «το μέσο αυτό πρέπει να εξελιχθεί σε ένα αποτελεσματικό και διαφανές μέσο αντιμετώπισης για όσους αδικαιολόγητα επηρεάζονται από μέτρα κατά την κατάσταση έκτακτης ανάγκης».

Σημειώνεται δε ότι «η ικανότητα της Τουρκίας να εξασφαλίσει αποτελεσματικό εσωτερικό ένδικο μέσο κατά την έννοια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) έχει υπονομευθεί περαιτέρω από μια σειρά ατυχών προηγουμένων». Αναφέρει δε χαρακτηριστικά ότι «αρκετές δικαστικές αποφάσεις ευνοϊκές για τους εξέχοντες κατηγορούμενους, συμπεριλαμβανομένων των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αντιστράφηκαν γρήγορα από άλλο ή ακόμη και από το ίδιο δικαστήριο, σε ορισμένες περιπτώσεις μετά από παρέμβαση από την εκτελεστική εξουσία».

«Βασικές συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και των οργάνων του δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί από την Τουρκία», σημειώνει η Κομισιόν και ξεκαθαρίζει ότι «η ατομική ποινική ευθύνη μπορεί να διαπιστωθεί μόνο με πλήρη σεβασμό για τον διαχωρισμό των εξουσιών, την πλήρη ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας και το δικαίωμα κάθε ατόμου σε δίκαιη δίκη».

«Η Τουρκία πρέπει να άρει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης χωρίς καθυστέρηση», καταλήγει.

Όσον αφορά τα πολιτικά κριτήρια, η Κομισιόν αναφέρει στην έκθεσή της ότι τον Απρίλιο του 2017, η Τουρκία διεξήγαγε δημοψήφισμα το οποίο ενέκρινε με σύντομη πλειοψηφία τις συνταγματικές τροποποιήσεις που εισήγαγαν ένα προεδρικό σύστημα και οι οποίες κρίθηκαν από την Επιτροπή της Βενετίας ελλιπείς επαρκών ελέγχων και ισορροπιών, καθώς σε ότι αφορά το διαχωρισμό των εξουσιών μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. «Το ίδιο το δημοψήφισμα δημιούργησε σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τις συνολικές αρνητικές επιπτώσεις της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, τους “αδυσώπητους όρους” για τις δύο πλευρές των εκστρατειών και υπονόμευσε τις διασφαλίσεις για την ακεραιότητα των εκλογών», καταγράφει η Κομισιόν.

Σημειώνει δε ότι «υπό την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, η βασική λειτουργία του Κοινοβουλίου ως νομοθετικής εξουσίας περιορίστηκε, καθώς η κυβέρνηση κατέφυγε σε διατάγματα έκτακτης ανάγκης με τη “δύναμη του νόμου” να ρυθμίζει επίσης θέματα που έπρεπε να εξεταστούν με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία». «Οι πολιτικές διαμάχες στη χώρα, ο χώρος του διαλόγου μεταξύ των πολιτικών κομμάτων περιορίστηκε περαιτέρω στο Κοινοβούλιο», αναφέρει και συμπληρώνει ότι «μετά την έκτακτη άρση των κοινοβουλευτικών ασυλιών τον Μάιο του 2016, πολλοί νομοθέτες του κόμματος της αντιπολίτευσης HDP συνελήφθησαν και έξι καθαιρέθηκαν».

«Ο ρόλος του προέδρου στην εκτελεστική εξουσία αυξήθηκε, μετά από αρκετές μεταβιβάσεις εξουσιών στην Προεδρία μέσω έκτακτων διαταγμάτων. Ο διορισμός των διαχειριστών για την αντικατάσταση των δημοτικών στελεχών και εκλεγμένων αντιπροσώπων οδήγησε σε σημαντική αποδυνάμωση της τοπικής δημοκρατίας», σημειώνει η Κομισιόν.

Ακόμη «η κοινωνία των πολιτών δέχθηκε αυξανόμενες πιέσεις, ιδίως ενόψει του μεγάλου αριθμού συλλήψεων ακτιβιστών, συμπεριλαμβανομένων των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και της επαναλαμβανόμενης χρήσης απαγορεύσεων διαδηλώσεων και άλλων τύπων συγκεντρώσεων», κάνοντας λόγο για «ταχεία συρρίκνωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών».

Καταγράφεται ακόμη ότι η κυβέρνηση επανεξέτασε το νομικό πλαίσιο που διέπει τις πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις και αύξησε τις εξουσίες της εκτελεστικής εξουσίας πάνω στον στρατό, ενισχύοντας έτσι την πολιτική επίβλεψη, ενώ «στο πλαίσιο των συνταγματικών τροποποιήσεων, καταργήθηκαν αποτελεσματικά τα υψηλά στρατιωτικά δικαστήρια», όμως «οι στρατιωτικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες πληροφοριών εξακολουθούν να μην έχουν επαρκή λογοδοσία στο Κοινοβούλιο».

Σε ότι, αφορά την κατάσταση στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας η Κομισιόν σημειώνει ότι «εξακολούθησε να αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές προκλήσεις για τη χώρα».

Σημειώνει δε ότι «ενώ η κυβέρνηση έχει θεμιτό δικαίωμα καταπολέμησης της τρομοκρατίας, είναι επίσης υπεύθυνη για την εξασφάλιση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου, των θεμελιωδών ελευθεριών και της αναλογικής χρήσης βίας».

Αναφέρει δε ότι «το επενδυτικό σχέδιο της κυβέρνησης για την ανασυγκρότηση των κατεστραμμένων περιοχών στα νοτιοανατολικά έχει οδηγήσει στη συνεχιζόμενη κατασκευή χιλιάδων κατοικιών, αλλά μέχρι στιγμής μόνο λίγοι εσωτερικά εκτοπισμένοι έλαβαν αποζημίωση». «Δεν υπήρξαν εξελίξεις όσον αφορά την επανάληψη μιας αξιόπιστης πολιτικής διαδικασίας που απαιτείται για την επίτευξη μιας ειρηνικής και βιώσιμης λύσης», τονίζει.

Σε ότι αφορά το σύστημα δικαιοσύνης, η Κομισιόν καταγράφει ότι οι συνταγματικές τροποποιήσεις που διέπουν το Συμβούλιο των Δικαστών και των Εισαγγελέων (CJP) τέθηκαν σε ισχύ και υπονόμευαν περαιτέρω την ανεξαρτησία του από την εκτελεστική εξουσία. «Το CJP συνέχισε να ασχολείται με μαζικές αναστολές και μεταθέσεις δικαστών και εισαγγελέων και δεν έγιναν προσπάθειες για να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες σχετικά με την έλλειψη αντικειμενικών κριτηρίων που βασίζονται στην αξία, ομοιόμορφων και προκαθορισμένων κριτηρίων κατά την πρόσληψη και την προώθηση δικαστών και εισαγγελέων», αναφέρει.

Τονίζεται δε ότι «η σοβαρή παρεμπόδιση της ελευθερίας έκφρασης συνεχίστηκε» και «έχει επεκταθεί με την πάροδο του χρόνου σε πολλές κρίσιμες φωνές, μεταξύ άλλων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στον ακαδημαϊκό χώρο, σε αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας».

«Ποινικές υποθέσεις εναντίον δημοσιογράφων – περισσότεροι από 150 από τους οποίους παραμένουν υπό κράτηση – υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συγγραφείς ή χρήστες κοινωνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, απόσυρση καρτών τύπου, καθώς και κλείσιμο πολυάριθμων μέσων ενημέρωσης ή διορισμός από τους κυβερνητικούς υπαλλήλους για τη διοίκησή τους, προκαλούν σοβαρές ανησυχίες και βασίζονται κυρίως στην επιλεκτική και αυθαίρετη εφαρμογή του νόμου, ιδίως όσον αφορά την εθνική ασφάλεια και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας», καταγράφει η έκθεση.

Υπήρξαν επίσης σοβαρές παρεκτροπές στους τομείς της ελευθερίας του συνέρχεσθαι, της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι, των διαδικαστικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Η ελευθερία του συνέρχεσθαι εξακολουθεί να είναι υπερβολικά περιορισμένη, σύμφωνα με το δίκαιο και την πρακτική.

Σημειώνεται δε ότι «η επιβολή των δικαιωμάτων παρακωλύεται από τον κατακερματισμό και την περιορισμένη εντολή των δημόσιων φορέων που είναι υπεύθυνοι για τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες και από την έλλειψη ανεξάρτητης δικαιοσύνης». «Βία με βάση το φύλο, διακρίσεις, ομιλία μίσους κατά των μειονοτήτων, εγκλήματα μίσους και παραβιάσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα των LGBTI ατόμων εξακολουθούν να αποτελούν θέμα σοβαρής ανησυχίας», αναφέρει.

Πρόοδος δεν επετεύχθη ούτε σε ότι αφορά την καταπολέμηση της διαφθοράς, ενώ δεν σημειώθηκε πρόοδος όσον αφορά την ενίσχυση της λογοδοσίας και της διαφάνειας στο έργο των δημόσιων φορέων. Σε ότι αφορά δε τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας υπάρχει ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, αλλά τόσο η ποινική όσο και η αντιτρομοκρατική νομοθεσία πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

«Η αρχή της αναλογικότητας πρέπει να τηρείται στην πράξη», τονίζει η Κομισιόν.

Τέλος η έκθεση καταγράφει ότι η Τουρκία σημείωσε σημαντική πρόοδο στον τομέα της πολιτικής μετανάστευσης και ασύλου και παρέμεινε δεσμευμένη στην εφαρμογή της δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας του Μαρτίου 2016 για την αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών ρευμάτων κατά μήκος της οδού της Ανατολικής Μεσογείου.

Όσον αφορά την εφαρμογή του χάρτη πορείας για την απελευθέρωση της Visa, στις αρχές Φεβρουαρίου, η Τουρκία υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα πρόγραμμα εργασίας που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία σχεδιάζει να εκπληρώσει τα επτά εκκρεμή κριτήρια αναφοράς για την απελευθέρωση των θεωρήσεων. Η Κομισιόν αξιολογεί τις προτάσεις της Τουρκίας και θα ακολουθήσουν περαιτέρω διαβουλεύσεις με τους Τούρκους ομολόγους, αναφέρει η έκθεση προόδου.

Νέο «χαστούκι» της ΕΕ στην Αγκυρα: Σταματήστε τις προκλήσεις – Απελευθερώστε τους Έλληνες στρατιωτικούς

Μακρόν: Η Γαλλία στο πλευρό της Ελλάδας αν απειληθεί από την Τουρκία (ΒΙΝΤΕΟ)

.

trelokouneli.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *